Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ






ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ




*Christos Sipsis

Αν δεχτούμε, μαζί με τον Νίτσε, ότι υπάρχει απόλυτη ταυτότητα ανάμεσα σε ένα σώμα και σε αυτό που το τρέφει, τότε - πολύ περισσότερο- πρέπει να δεχτούμε και ότι το πνεύμα μας δεν είναι τίποτα άλλο από ότι "κατανάλωσε" για να τραφεί.
Στο έγγραφο αυτό ιχνο-γραφούνται πορτραίτα φίλων μέσα από κείμενα, πίνακες και μουσικές που αγάπησαν...


*Loussy Pen

Δέν τό έχω πεί, αλλά τό έχετε δεί -βεβαίως βεβαίως-, οτι οι μουσικές, τά τραγούδια, τά ποιήματα, τά κείμενα δέν είναι γιά μένα απλές γνωστικές ''πληροφορίες'', ή μιά εναλλακτική μορφή/λύση γιά ''νά περνάει η ώρα'', αλλά ζωντανοί οργανισμοί/ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΓΑΠΕΣ/ΖΩΗΣ ΑΝΑΣΕΣ, που μού ανοίγουν ''δρόμους'' και με παίρνουν απ' τό χέρι, νά τούς περπατήσω, ''χωρίς φόβο'' και με..... πολύ ''πάθος''... Σέ κάποιες ....''στροφές'' λυγίζω κάτω απ' τό βάρος αυτού τού πάθους καθώς και βαθειάς συγκίνησης, αφού οι.....''διαδρομές'' είναι σχεδόν πάντα γεμάτες πρωτόγνωρες εμπειρίες και δυνατά συναισθήματα... Μά λές και πάντα μιά παράξενη δίψα με κάνει, νά συνεχίζω, νά χάνομαι σέ μονοπάτια, που μού δείχνουν, σάν νά περιμένουν, νά με οδηγήσουν σέ καινούρια, γοητευτικά όσο κι ....''επικίνδυνα'' ''ταξίδια''...... Πολλές φορές οι ...συναισθηματικές μου αντοχές δοκιμάζονται ακραία είτε σ' ένταση είτε σ' αντίθεση... Αλλά μάλλον πρέπει, νά το πάρω απόφαση, πως γιά τούς ....παθιασμένους δέν έχει βρεθεί ακόμα .....αντίδοτο.........

Το παράπονο ενός νεκροθάπτου (1895) (Εμμανουήλ Ροΐδης)

Πως έτυχε προ πολλών ήδη ετών να ενδιαφέρωμαι δι’ έναν τάφον τού παρά την Βάθειαν κοιμητηρίου, τούτο δεν ενδιαφέρει ποσώς τον αναγνώστην. Προς αποφυγήν μόνον πάσης υποψίας ότι πρόκειται περί αισθηματικής τίνος γλυκαναλατίας, δεν θεωρώ περιττόν να προσθέσω, ότι δεν αναπαύεται υπ’ αυτόν Μαρίκα τις, Ελένη ή Περσεφόνη, αλλά καλός άνθρωπος ονομαζόμενος Αντώνης. Τούτον μετέβαινα ενίοτε να επισκεφθώ όχι μόνον διότι με είχεν αφήσει καλάς αναμνήσεις, αλλά και διότι με ήρεσκεν ο περίπατος εκείνος. [...] Αλλεπάλληλοι αποδημίαι και άλλαι φροντίδες μ’ έκαναν ν’ αμελήσω και σχεδόν να λησμονήσω επί πολλά έτη τον Αντώνην. Όταν και πάλιν τον ενθυμήθην, επόμενον ήτο να εύρω το άσυλον αυτού κάπως παρηλλαγμένον. Αι κυπάρισσοι, είχον μεγαλώσει, ο πληθυσμός των νεκρών ήτο τετραπλάσιος και οι σταυροί τόσον πυκνοί, ώστε ολίγος απέμενε τόπος εις τα χαμόμηλα και τας ακάνθας. Εις ταύτα πρέπει με βαρείαν συνείδησιν να προσθέσω, ότι κατά το διάστημα της μακράς εγκαταλείψεως, ο τάφος του φίλου μου είχεν ερημωθή τελείως. Τα ξύλινα κάγκελλα έκειντο κατά γης, αι γάστραι ήσαν ανεστραμμέναι και ουδ’ ίχνος απέμενεν επιγραφής επί του μαύρου σταυρού, τον οποίον είχε μεταβάλει εις κόκκινον ή σκωρία. Εζήτησα τον γέροντα νεκροθάπτην προς διόρθωσιν της αταξίας, αλλ’ ως έμαθα από την λιβανίζουσαν γειτονικών τάφον μαυροφόραν, ούτος είχε κατατεθή προ ετών εκεί όπου κατέθετε πριν τους άλλους. Υπήρχεν όμως διάδοχος αυτού, του οποίου μ’ έδειξε την κεφαλήν προβάλλουσαν κατά την στιγμήν εκείνην εκ του υπογείου της οστεοθήκης. Μετά την κεφαλήν εφάνη ο κορμός και έπειτα αι μακραί κνήμαι, των οποίων ήρκεσαν ολίγοι διασκελισμοί να μεταφέρωσι πλησίον μου τον κάτοχον αυτών.

Εις τούτον έσπευσα να εξηγήσω ότι επεθύμουν να περιφράξη και να περιποιηθή, επί δικαία αμοιβή, του φίλου μου το μνήμα. Ενώ όμως ωμίλουν και αφού ακόμη ετελείωσα, δεν έπαυεν ο νεκροθάπτης να με παρατηρή από κορυφής μέχρι ποδών, μετ’ επιμονής την οποίαν δεν ηδυνάμην να εννοήσω, αφού ουδέν βεβαίως έχει το εξαιρετικώς περίεργον ή άξιοθέατον το υποκείμενόν μου. Η απορία μου ηύξησεν έτι μάλλον, όταν αίφνης με ηρώτησε με πολλήν οικειότητα:— Δε με θυμάσαι;

Εκοίταξα τότε αυτόν με περισσοτέραν προσοχήν και δεν τον ευρήκα εύμορφον. Υψηλός ως οβελίσκος, ξηρός ως μούμια, ηλιοκαής ως Βεδουίνος, με κνήμας ως καλάμια και λαιμόν καμήλου, μου υπενθύμιζε τους απαισίους εκείνους Άραβας ασκητάς, των οποίων η αιφνιδία συνάντησις μ’ έκαμε πολλάκις ν’ ανατριχιάσω εις τας στενωπούς του Καΐρου. Εφ’ όσον όμως εξηκολούθουν να τον παρατηρώ, ελάμβανον αι αναμνήσεις μου αλλοίαν τροπήν και από την χώραν των Φαραώ με μετέφεραν εις φαιδράν νήσον του Αιγαίου. Αντί κιτρίνου ποταμού έβλεπα ύδατα γαλανά· αντί μιναρέδων, φοινίκων και καμήλων, αμπέλους, ρωδιάς, αίγας, όρνιθας και χοίρους, και πολύ μάλλον παρά με Δερβίσην του Καΐρου, εύρισκα ότι ομοιάζει ο ηρειπωμένος εκείνος νεκροθάπτης με το φάντασμα ανθρώπου, τον οποίον είχα γνωρίσει προ χρόνων πολλών ακμαίον εις την Σύρον, με σάρκα υπό το δέρμα, με οδόντας εις το στόμα, με μύστακα ανωρθωμένον, με λάζον (=μαχαίρι) εις την ζώνην και πολλάκις γαρούφαλον εις το αυτίον.

Η αναπαράσταση αύτη συνεδέετο με φαιδράς εκδρομάς εις την Δελαγράτσιαν, με λουτρά εις θάλασσαν χλιαράν και εύθυμα έπειτα προγεύματα εις γειτονικόν κήπον με ψάρια τηγανιτά, νεόκοπα σύκα, χλωρόν τυρίον και εύμορφον οικοκυράν προσφέρουσαν πάντα ταύτα. Τα λουτρά, ο κήπος, η οικοκυρά, και πλην αυτών η ωραιοτέρα βάρκα της Σύρου, ανήκον τότε εις τον άνθρωπον εκείνον, του οποίου μόνον το όνομα δεν ηδυνάμην να ενθυμηθώ. Επί τέλους όμως κατώρθωσα ν’ ανεύρω και τούτο.— Ο Αργύρης Ζώμας! ανέκραξα τριβών τους οφθαλμούς μου.— Όλος, όλος, απεκρίθη ο δυστυχής σπογγίζων τους ιδικούς του.— Και πως κατήντησες εδώ;Αντί ν’ απαντήση έσφιξε τους γρόνθους του ψιθυρίζων:— Ανάθεμα εις την πολιτικήν.

Καθώς όλοι οι κακότυχοι, είχε κι εκείνος μεγάλην όρεξιν να μου διηνηθή την θλιβεράν του ιστορίαν. Αλλ’ είχεν ήδη νυκτώσει, ο καιρός ήτον άσχημος και εκατοίκουν μακράν. Ητοιμαζόμην να τον αποχαιρετήσω αναβάλλων εις την προσεχή μου επίσκεψιν την ακρόασιν των παραπόνων του κατά της πολιτικής, όταν η προ πολλού υπεράνω της κεφαλής μας αιωρουμένη βροχή ήρχισε να καταπίπτη ραγδαία. Μου επρόσφερε τότε άσυλον εις το παράπλευρον του εκκλησιδίου παράπηγμα και με παρεκάλεσε να του προσφέρω ολίγον ρετσινάδο ως προφυλακτικών κατά της υγρασίας. Το ολίγον ρετσινάδο ήτο μία όλη οκά, την οποίαν η μονόφθαλμος υπηρέτρια του παντοπωλείου «Ματαιότης» ήλθε να κατάθεση επί χωλής τραπέζης με δύο ποτήρια και δρακιάν μαύρων ελαιών. Πλην της χωλής τραπέζης, υπήρχαν εκεί και δύο χωλά σκαμνία· το σκότος όμως ήτο ψηλαφητόν, μέχρις ου άναψεν ο φιλοξενών με μικρόν οκτάγωνον φανάριον, έχον σχήμα θυμιατηρίου και υπεξαιρεθέν πιθανώς εκ τίνος απροστάτευτου τάφου.

Η θέσις μου ήτο, το ομολογώ, ικανώς αλλόκοτος και πας γνώριμός μου θά εδικαιούτο να γελάση βλέπων με την ώραν εκείνην εις το βάθος έρημου κοιμητηρίου, συμπίνοντα με vεκροθάπτην υπό το φέγγος νεκρικής κανδήλας. Εγώ όμως ουδεμίαν είχα όρεξιν να γελάσω κατεχόμενος υπό αδιηγήτου αθυμίας. Ο άνθρωπος εκείνος μου ενθύμιζε τας φαιδροτάτας τής πρώτης μου νεότητος ημέρας και ουδέποτε κάλλιον κατενόησα την αλήθειαν του πολύκροτου στίχου του Δάντη: «Nessun maggior dolore Che ricordarsi del tempo felice Nella miseria» (Δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη για κάποιον, απ’ το να έχει την επίγνωση μιας στιγμής ευτυχίας, μέσα στη δυστυχία).

Αληθές είναι ότι άλλος ένδοξος ποιητής ισχυρίσθη ακριβώς τουναντίον, κηρύττων τας ευτυχείς αναμνήσεις αναφαίρετον παρηγορίαν κατά την ώραν όμως εκείνην τα πάντα συνώμνυον να με κάμουν να πιστεύσω, ότι δεν ηξεύρει τι λέγει. Εκρύωνα, εστενοχωρούμην, η βροχή εξηκολούθει να κροταλίζη επί των σανίδων της στέγης, και το έξω βαθύ σκότος διέκοπτεν εκ διαλειμμάτων η ωχρότης αστραπής, φωτίζουσα λίμνας βορβόρου, σειράς σταυρών και κορυφάς κυπαρίσσων. Και του καιρού όμως και του τόπου πενθιμώτερα ήσαν όσα ήρχισεν ο σύντροφός μου να με διηγήται.

— Θυμάσαι, με είπε, πόσο όμορφη ήτανε η γυναίκα μου;— Διατί λέγεις «ήτανε»; Μήπως απέθανε;— Ζη ακόμη, μόνον ασχήμισε, ενώ τότες ήρχουνταν από μακριά oι Συριανοί και συ μαζί με τους άλλους, να κάμετε πρόγευμα εις το περιβόλι μου πολύ περισσότερο για τα όμορφά της μάτια παρά για τα δικά μου ψάρια. Δεν εζούλευα, γιατί την ήξευρα φρόνιμη και πως χάνετε τον καιρό σας. Το μόνο της ελάττωμα, που πταίω κ’ εγώ σ’ αυτό, ήταν πως έκαμνε πολλά παιδιά. Ένα τον χρόνο, οκτώ χρόνια αραδειαστά και γυόμελα (=δίδυμα) την ύστερη φορά. Και όσα περισσότερα έκαμνε τόσον εχαλούσεν η όψη της και το κορμί της και λιγοστεύανε όσοι ήρχουνταν να την καμαρώνουν και να καλοπλερώνουν τ’ αυγά, τα μαρούλια, τα σύκα και το τυρί μας. Άλλο κακό ήταν που ήρχισαν να ολιγοστεύουν τα ψάρια, αφού κατάντησαν στη Σύρα οι ψαράδες όσοι σχεδόν και οι δικηγόροι. Εσυλλογούμην και την πρώτη μου κόρη που εμεγάλωνε και έπρεπε να της ετοιμάσω προίκα. Ενώ είχα αυτήν την συλλογή, έτυχε να γίνουν εκλογές και να έλθη να ζητήση τους ψήφους μας ένας Αθηναίος συνταγματάρχης, πού είχε κάμει πολλά χρόνια εις τη Σύρα νομομηχανικός. Εβγήκε σε περιοδεία εις τα χωριά, και ένα πρωί εξεφύτρωσε με δύο φίλους του εις το περιβόλι μου. Θυμάσαι που τότε ήμουνα λεβέντης. Η κόψη του λάζου μου και οι γρόθοι μου ήτανε φημισμένοι σ’ όλο το βουνό και μια μέρα εσήκωσα για στοίχημα μια γαϊδούρα γκαστρωμένη.

Είχαμε και πολλούς συγγενείς εις τα χωριά, και τον γέρο Σαλλούστρο, τον μεγάλο ταμπάκη (=βυρσοδέψης), που τον έσερνεν η γυναίκα του από την μύτη. Όλ’ αυτά ημπορούσαν να χρησιμέψουν. Mε πολλά λοιπόν καλοπιάσματα και γλυκά λόγια μού επρότεινεν ο υποψήφιος να γίνω κομματάρχης του και αντιπρόσωπος στην κάλπη του, κ’ έπειτα θα μου έκαμνεν ό,τι ήθελα. Θα με διώριζε σε καλή θέσι, εδώ ή στην Αθήνα, θα εγλύτωνε τον κουνιάδο μου που είχαν στην φυλακή για λεθρεμπόριο, θα έβαζε τον γυιο μου υπότροφο και δεν θυμούμαι πόσα άλλα, πού μ’ έκαναν να βλέπω στον ύπνο μου λαγούς με πετραχήλια. Ερρίχτηκα λοιπόν κατάμουτρα «εις τον εκλογικόν αγώνα» καθώς τον έλεγε, εγώ και όλοι οι δικοί μου. Το περιβόλι μου έγινεν εκλογικόν κέντρον και από το πρωί ως το βράδυ έτρεχα να κάμω προπαγάνδα, να μοιράζω φωτογραφίες, προγράμματα, υπόσχεσεις, και όπου ήταν ανάγκη και γροθιές. Η γυναίκα μου εμοίραζε και εκείνη φέτες καρπούζι, γλυκά λόγια και γλυκές ματιές. Ένα βράδυ ήλθεν η καημένη με πολλή της ντροπή να μου ξομολογηθή πως για να πάρη μαζί μας έναν αντίθετο κομματάρχη αναγκάστηκε να τον αφήση να την φιλήση και να του υποσχεθή στα ψέματα κάτι παραπάνω. Τόσος ήταν ο φανατισμός μου, που της το συγχώρεσα και αυτό, με την συμφωνία να μην το ξανακάμη και με τον κρυφό σκοπό να σπάσω τα κόκκαλα του μασκαρά άμα ετελείωναν οι εκλογές.

Εις την δεύτερη περιοδεία εχάλασεν ο καιρός και έμεινεν ο συνταγματάρχης να τον φιλοξενήσω. Αφού τον εκαλοτάγισα, με ηρώτησε διά τα ιδιαίτερά μου και…του είπα πως το περιβόλι δίδει μικρό εισόδημα και το κέρδος των ψαριών το τρώγει το διάφορο του χρέους για τες δυο βάρκες. Τότε μ’ εσυμβούλεψε να πουλήσω αμπέλια και βάρκες και ν’ αγοράσω κάτι μετοχές της Πελοποννήσου που επουλούσε εις το Χρηματιστήριον ο ανταποκριτής ενός κάποιου Γούστα από την Αθήνα. Απ’ αυτές θα έπαιρνα διάφορο δέκα τα εκατό, θα είχα και τη θέση μου και θα επάντρευα την κόρη μου μ’ έναν επιλοχία πού είχε κ’ εκείνος το δικό του. Αυτά μου ετσαμπούνιζεν ο καλοθελητής μου, που ανάθεμα το σύννεφον που μου τον εξέρασε στο πτωχικό μου.
 Έγειναν τέλος πάντων οι εκλογές και επέτυχεν ο δικός μας, τελευταίος όμως και μόνον μ’ εννηά ψήφους παραπάνω απ’ εκείνον που ήρχουνταν κατόπιν του…— Τον επιλαχόντα.— Καθώς τον λες. Ημπορώ λοιπόν να πω χωρίς να καυχηθώ, πως αν έλειπαν οι δικοί μου, αυτός θα ήτο ο επιλαχών. Την ημέραν που επήγα να τον αποχαιρετήσω, ευρήκα εκεί πολύ κόσμο, αγροφύλακες, δασκάλισσες, ταμπάκηδες, φαναρτζήδες, διάκους, καντηλανάφτες, σκουπιδοξύστες, και αυτόν ακόμη τον μπόγια των σκυλιών.
 Ο βουλευτής εκρατοϋσεν ένα κατάστιχο κ’ εσημείωνε τα ονόματα και τι ζητούσεν ο καθένας. Όταν ήρθεν η δική μου σειρά, μου είπεν ότι δεν του περισσεύει τίποτε καλόν εις την Σύρα και να πάγω να με βολέψη καλύτερα εις τας Αθήνας. Εγώ θα προτιμούσα την Σύρα, όπου με ήξεραν όλοι, μ’ εθάμπωνεν όμως η ανωτέρα θέσις και τα γαλόνια του λοχία. Από την άλλη μέρα ήρχισα να τρέχω για να ξεκάμω το κτήμα, τ’ ορνιθαριό, τα γίδια και τα γουρούνια μου. Εχρειάσθηκεν όμως ένας μήνας για να εύρω μουστερήδες, γιατί τότες ήθελαν όλοι χαρτιά και κανένας δεν εγύριζε να δη χωράφια. Εξεκαθάρισα τέλος πάντων οκτώ χιλιάδες δραχμάς, επαράλαβα τους τριάντα σιδηροδρόμους (=μετοχές) που μ’ έκαμεν ο βουλευτής ν’ αγοράσω για το τέλος του μηνός, και την άλλη μέρα εφόρτωσα από νωρίς εις το βαπόρι την γυναίκα και τα επτά παιδιά —τα γυόμελα είχαν πεθάνει μικρά— και έπειτα εβγήκα πάλιν έξω να ξεκαθαρίσω έναν τελευταίο λογαριασμό που μ’ απόμεινε στην Σύρα. Έτρεξα ν’ σποτοιχωθώ με μια χονδρή μαγκούρα πίσω από έναν φράκτη κοντά εις το καφενεδάκι της Άμμου, που επήγαινε κάθε βράδυ να παίξη τάβλι ο αχρείος που εφίλησε την γυναίκα μου και, όταν τον είδα να έρχεται, εξετρύπωσα σα φάντασμα, του έσφιξα το λαρύγγι διά να μη μπορή να γκαρίση και του πασάλειψα ένα ξύλο, που θα το θυμάται ακόμα.
 Το άλλο πρωί ήμαστε εις την Αθήνα. Εβόλεψα τους δικούς μου σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο κ’ έτρεξα να εύρω τον βουλευτή. Ύστερα από την τόση αγάπη της Σύρας επερίμενα πως θα με φιλήση. Μα εις την Αθήνα είχε γείνει σοβαρός. Μου είπεν ότι «η θέσις των υπουργικών βουλευτών είναι δύσκολος διά το πλήθος των απαιτήσεων», θα προσπαθήση όμως να μου εύρη μίαν «μικράν» θέσιν και να περάσω μετά οκτώ μέρες. Αυτά ξερά-ξερά, και ούτε ένα «κάθισε», ούτε ένα τσιγάρο, ούτε «τι κάμνει η γυναίκα σου», ούτε έναν λόγο για την υποτροφία του γυιου μου ή της κόρης μου τον λοχία. Ήθελα να μείνω λιγάκι με την ελπίδα πως θα τα θυμηθή, είχεν όμως πολλήν εργασίαν. Τον αποχαιρέτισα με βαρειά καρδιά και ξαναπήγα μετά οκτώ μέρες. Μου είπαν πως ήτανε εις την Βουλή, την άλλη μέρα εις την Στρατιωτική Λέσχη, και την επομένη δεν ξεύρω που. Τρεις όλες εβδομάδες επήγαινα πρωί βράδυ εις το σπίτι του και μόνο δύο φορές αξιώθηκα να του μιλήσω, χωρίς να επιτύχω να του βγάλω από το στόμα άλλο τίποτε παρά μόνο πώς φροντίζει και να έχω υπομονή. Πως όμως μπορούσα να έχω υπομονή, ενώ είχα επτά παιδιά να ταγίσω; Εις το βρωμόχανο όπου εκονεύαμεν μούχλα, στενοχώρια, κορέοι, φαγί με ξίγκι και έξοδα δέκα δραχμάς την ήμερα. Η αλήθεια είναι ότι ήμαστε και εννιά ανομάτοι, όλοι με γερά δόντια. Επέρασαν άλλες δεκαπέντε μέρες χωρίς τίποτις να γείνη. Τα λίγα μου χρήματα ετελείωσαν και είχα και χρέος εις το ξενοδοχείο. Η μεγαλύτερη όμως σκάση μου ήταν όταν έβλεπα εις τες εφημερίδες, πως οι άλλοι αυριανοί κομματάρχες είχαν όλοι διορισθή, άλλος αστυνόμος, άλλος εισπράκτορας, άλλος ζυγιστής εις το τελωνείο και ο μασκαράς που έδειρα, τροφοδότης εις το Λαζαρέτο. Μόνον η δική μου σειρά δεν μπορούσε να έλθη.
 Τούτο μου το εξήγησεν ένα πρωί ο ξενοδόχος. «Εκείνους», μου είπε, «που μένουν εις την Σύρα, τους έχει ανάγκη για την επιρροήν του, ενώ συ εδώ τι καλό ή κακό μπορείς να του κάμης, έρημος σε ξένο τόπο; Πολύ φοβούμαι πως σε περιπαίζει». Όταν το ήκουσα, το αίμα μου ήρχισε να βράζη και έτρεξα εις του βουλευτή με την απόφασιν να του ομιλήσω παλληκαρίσια, να του πω πως δεν μπορώ πλια να περιμένω, γιατί εσώθηκε το χαρτζιλήκι μου και η υπομονή μου. Πηγαίνοντας ετοίμαζα τον λόγο μου και ανέβηκα δύο-δύο τα σκαλοπάτια να του τον ξεφωνήσω. Ευρήκα το σπίτι άδειο, τα παράθυρα ανοικτά και μόνον έναν αξυπόλητο στρατιώτη, που εσφουγγάριζε τά πατώματα κ’ εμιλούσεν ελληνικά. Απ’ αυτόν έμαθα ότι «ο κ. συνταγματάρχης απεστάλη υπό της Βουλής εις την Θεσσαλίαν προς μελέτην των υδραυλικών έργων και θά διατρίψη εκείσε έναν μήνα και περισσότερον». Έναν μήνα! Ενώ είχα καταντήσει να μετρώ εις τα δάκτυλα τες ημέρες ακόμη καί τες ώρες!
 Το απόγευμα επούλησα με το ζύγι το ολίγο μας ασημικό, ξεχρώστησα τον ξενοδόχο κ’ επήγαμε να καθίσωμε σ’ ένα χαρβαλωμένο καλύβι που νοίκιασα δεκαπέντε δραχμές τον μήνα κοντά εις το Αστεροσκοπείο. Μας απόμειναν οι τριάντα σιδηρόδρομοι. Μα αυτούς είχαμε κάμει τάξιμο να μην τους αγγίξωμεν, να τους φυλάγωμε για προίκα των κορών μας. Έτυχεν όμως ν’ αρρωστήση η μεγάλη και να χρειασθή γιατρό, ζουμί, στρώμα, φανέλλα και σκεπάσματα ζεστά. Εσυλλογιστήκαμε τότε πως κάλλια πάλι ήτανε να λιγοστέψη η προίκα της παρά να την πάρη ο Χάρος· ας είναι και χωρίς προίκα. Έβγαλα με βαρειά καρδιά τρεις μετοχές από την κασσέλα μου να δώσω να τις πουλήσουν εις το Χρηματιστήριο. Εμπρός εις την πόρταν ήταν ένας μαυροπίνακας με τις τιμές των χαρτιών, και οι σιδερόδρομοι ήτανε σημειωμένοι δραχμές εκατόν δεκαπέντε! Έμεινα ασβολωμένος. Ούτε το μισό της τιμής που τους είχα πάρει προ δύο μήνες! Αρώτησα έναν μεσίτη, ελπίζοντας ακόμη πως μ’ εγέλασαν τα μάτια μου ή πως είναι στον πίνακα λάθος. «Δεν είναι λάθος», μου είπε, «μόνον είναι η χθεσινή των τιμή. Σήμερα έχουν μόνον εννενήντα». Ο άνθρωπος με είδε τόσο χλωμό που μ’ ελυπήθηκε και μ’ επήρε εις το πλαγινό καφενείο να πιω ένα ρακί. Εκεί μέσα σύχιση και βοή πολλή. Άλλοι έλεγαν πως είναι πανικός και πως θα περάση, και άλλοι πως οι σιδερόδρομοι και τ’ άλλα χαρτιά του Γούστα δεν αξίζουν τίποτε και θα καταντήσουν γρήγορα εις το τίποτις.
 Τρεις όλες εβδομάδες ηρχόμουν πρωί και βράδυ εις το Χρηματιστήριο να ιδώ τι τρέχει. Η καρδιά μου κτυπούσε σαν κουδούνι και προτού να σηκώσω τα μάτια εις τον πίνακα έκαμνα τον σταυρό μου και έταζα κερί εις όλους τους αγίους, να με αξιώσουν να ιδώ σημειωμένη καλύτερη τιμή. Τίποτις όμως δεν ωφελούσεν. Από εννενήντα δραχμές εξέπεσαν την άλλη μέρα εις ογδοήκοντα δύο, κ’ έπειτα εβδομήντα, πενήντα, σαράντα, είκοσι, έως ότου δεν τους ήθελε πια κανένας σε καμμιά τιμή. Δεν σου λέγω τι νύκτες περνούσα. Δεν κατώρθωσα, όχι να κοιμηθώ, αλλ’ ούτε καν να σταθώ στον ίδιο τόπο πέντε λεπτά. Που όμως τόπος για περίπατο εις την τρύπα, όπου είμαστε στοιβαγμένοι ο ένας απάνω στον άλλο; Για να μην κόψω εις τους δικούς μου τον ύπνο, αφού τους ελιγόστεψα το ψωμί, επερίμενα να κοιμηθούν, κ’ έπειτα έβγαινα να ξεθυμάνω εις τα ερημοτόπια τριγύρω της καλύβας μας.
 Ήταν Γενάρης, κι ούτε κρύο ένοιωνα ούτε βροχή ούτε κούραση καμμιά, αφού εξενύκτιζα εις τα βουνά. Μ’ έτρωγεν η ανησυχία τού τι θα γίνωμεν, και η φούρκα, όταν εσυλλογούμουν πως είκοσι χρόνια ξυπνούσα πριν φέξη, με την ψύχρα και την φουρτούνα, για να μαζέψω μία-μία με το ψάρεμα και το σκάψιμο τις λίγες χιλιάδες δραχμές που μ’ έφαγαν οι αχρείοι σ’ έναν μήνα.
 Μια νύκτα μ’ επαραμόνεψεν η γυναίκα μου οπίσω από την πόρτα, κι όταν εγύρισα την αυγή, ήρχισε να με βρίζη πως παίζω και παραλώ. Αναγκάστηκα τότε να της τα πω όλα. Έπειτα το μετάνοιωσα, γιατί πάλι καλλίτερες ήτανε οι βρισιές παρά τα κλάματα της δυστυχισμένης. Ένα-ένα αποπουλήσαμε τα λίγα πράμματα που μας απόμεναν, τα χαλιά, τους τεντζερέδες, τα καλά ρούχα και αυτό το χρυσοκέντητο νυφικό μας πάπλωμα. Σου είπα πως δεν γνώριζα κανέναν. Αφού του κάκου εγύρεψα άλλη δουλειά, επήρα μια μέρα ένα σχοινί, όχι να κρεμασθώ, και επήγα να σταθώ εμπρός εις την Καπνικαρέα με τους Μανιάτες. Ο πρώτος της Σύρας λεβέντης έγινα χαμάλης! Με τα λίγα που εκέρδιζα κατώρθωσα να μην πεθάνωμεν, όχι όμως και να μην πεινούμεν. Επείνασες συ ποτέ σου;— Πολλές φορές, όταν δεν ήξερα το μάθημά μου και μ’ άφηνεν ο δάσκαλος νηστικό.— Μη χωρατεύης με τη δυστυχία. Πείνα θα πη δυο μουχλά ψωμιά από το μπαγιατοπάζαρο για εννέα ανθρώπους. Το μισό του μισού απ’ όσο χρειάζεται για να χορτάσουν, όταν μαζί με το ψωμί δεν τρώνε άλλο τίποτες παρά αγριόρροκες και φασκόμηλα που εμάζεψαν τα παιδιά εις το βουνό. Όποιος δεν χορταίνει αργεί να κοιμηθή και δεν έχει ήσυχο ύπνο. Πολλές φορές τ’ άκουα να παραμιλούν ωσάν να ωνειρεύουνταν μεγαλύτερα κομμάτια ψωμί.— Το όνειρο του ψωμιού το επήρες από την «Κόλασι» του Δάντε.— Τον Δάντε δεν τόνε ξέρω. Ξέρω μόνο πως δεν υπάρχει χειρότερη κόλαση, παρά να βλέπεις να υποφέρουν εκείνοι που αγαπάς και να μη μπορείς να τους βοήθήσης. Ένα πρωί τέλος πάντων, είδα στην εφημερίδα ότι εγύρισεν ο συνταγματάρχης από την Θεσσαλία κ’ ετράβηξα ολόισια εις το σπίτι του. Ήταν δέκα η ώρα και τον ευρήκα ακόμη εις το στρώμα, μακάριο και ροδοκόκκινο, με κεντητό φεσάκι απάνω στη φαλάκρα του. Απόπινε τον καφέ του κ’ έπαιζε μ’ έναν γάτο. Εφάνηκε σαν να δυσκολεύεται να με γνωρίση, και δεν είχε και πολύ άδικο. Η στέρησι και η αγρυπνία με είχαν κάμει να λειώσω σαν το κερί. Είχα καταντήσει ο μισός και δεν ήμουν πλια καλός ούτε για χαμάλης. Η δυστυχία με είχε κάμει και ταπεινό.
 Σιγά-σιγά, και με καλό τρόπο, για να μη θυμώση, άρχισα να του αραδιάζω όσα είχα να του πω. Αυτός όμως εξακολουθούσε να προσέχη πολύ περισσότερο εις τα παιγνίδια του γάτου παρά τα δικά μου λόγια. Τότε μ’ επήρεν ο θυμός. Άρπαξα το γατί από τον λαιμό, το ετίναξα εις την άλλη άκρη της κάμαρας και άρχισα να του μιλώ δυνατά. Πως με τες μετοχές του και με τες ψευτιές του, με τες θέσεις, τες υποτροφίες και τους γαμπρούς του, μας άφησε γυμνούς σε ξένο τόπο, πως μας αφάνισε, πως μ’ ερήμαξε, πως πεινούμεν και αν δεν κάμη τίποτες για μένα θά του χώσω το λάζο μου στην κοιλιά κ’ έπειτα θα πάω να πέσω εις την θάλασσα με μια πέτρα στον λαιμό.
 Ενώ εζητούσε να με ησυχάση, άνοιξεν η πόρτα κ’ εμπήκεν ένας μισόκοπος καμαρωμένος και γελαστός, με ώμορφη χωρίστρα, με μόσχο εις το μαντύλι και χείλια χονδρά σαν Αράπης. Ο συνταγματάρχης τον έκραξε σιμά του, άρχισαν να κρυφομιλούν, κ’ έπειτα γυρίζει και μου λέγει: «Πήγαινε απόψε στας πέντε να εύρης τον κύριον δημοτικόν σύμβουλον, που έχει θέσι για σένα». Φαντάζεσαι ότι δεν έλειψα. Ο κύριος δημοτικός σύμβουλος μ’ αρώτησεν αν γνωρίζω ολίγην κηπουρικήν, και αφού του είπα πως αυτή είναι η δουλειά μου, μ’ έβαλε σ’ ένα αμάξι και με έφερεν εις το αντικρυνό καφενείο η «Ματαιότης». Εκεί εφώναξαν έναν παπά και έναν φουστανελλά, μ’ σύστησεν εις αυτούς, μου είπε πως η υπόθεσίς μου είναι τελειωμένη, πως θα έχω εξήντα δραχμάς τον μήνα, ίσως και τυχηρά, και να υπάγω αύριον το πρωί ν’ αναλάβω τα καθήκοντά μου κηπουρού. Είχε σκοτεινιάσει και από εκεί που ήμαστε δεν έβλεπα παρά μερικά δένδρα απ’ επάνω από έναν τοίχο. Εφανταζόμουνα πως αυτό ήτανε τω περιβόλι και μόνον την άλλη μέρα, όταν επήγα ν’ αναλάβω τα καθήκοντα, ως τα έλεγε, έμαθα πως κηπουρός δεν πάει να πη περιβολάρης, καθώς ενόμιζα, μόνο νεκροθάπτης.
 Η τέχνη δεν μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πως εμείς οι Συριανοί δεν αγαπούμε να έχωμεν πολλά ανακατώματα με τούς αποθαμένους και το βράδυ αλλογυρίζομεν για να μην περάσωμεν απ’ εμπρός από νεκροταφίο. Τες σαβανώτρες και τους νεκροθάπτες τους φέρνουμε όλους απ’ έξω, από τη Μύκωνο ή τή Σαντορήνη, γιατί παρά να μαλάζη νεκροκρέβατα και κουφάρια θα προτιμούσε κι ο πιο ξεπεσμένος Συριανός να μαζεύη καβαλίνα (=κόπρανα ζώων). Εφοβούμουν μη με σιχαθή και η γυναίκα μου. Αυτή όμως δεν εσυλλογίζουνταν τώρα άλλο παρά ψωμί για τα παιδιά της και μ’ εβίαζε να δεχθώ.
 Τον πρώτο καιρό υπέφερα πολύ. Σκάπτοντας τη μαύρη εκείνη γη του νεκροταφείου, τη γεμάτη κόκκαλα και σάπια σανίδια, δεν μπορούσα να μη θυμηθώ το κόκκινο χώμα του βουνού μου, που μύριζε θυμάρι, τες ρωδιές, το κοτέτζι, τα γουρούνια και τ’ άλλα που ήτανε όλα δικά μου. Από νοικοκύρης, νεκροθάπτης. Άσχημη αλλαξιά!
 Ο πρώτος που μου έλαχε να κατεβάσω εις τον λάκκο, ήτανε εκείνος εκεί κάτω ο Κασμαζής που εκοίταζες τη φωτογραφία του, μοναχογιός είκοσι χρονών. Η μάνα του έκλαιε σαν αλαφίνα. Εφούσκωσαν και τα δικά μου μάτια και με περιγελούσαν οι φανοφόροι και οι παπάδες. Την νύκτα εφοβούμην νά μείνω μονάχος, έβλεπα στον ύπνο μου εκείνους που είχα θάψει και το ψωμί που έτρωγα μου φαινότανε πως μυρίζει λιβάνι. Με τον καιρόν όμως εσυνείθισα να μη σκιάζομαι τους αποθαμένους και να λυπούμαι ολιγότερο τους ζωντανούς.
 — Ώστε, του είπα, είσαι τώρα πλέον ευχαριστημένος;— Ευχαριστημένος! ανέκραξεν ό Ζώμας, του οποίου ήστραψε και πάλιν το βλέμμα. Άκουσε να μάθεις και τ’ άλλα. Για να ήμαι πιο κοντά στη βρωμοδουλειά μου και να πλερώνωμε και λιγώτερο νοίκι, εκουβαλήθηκαμε απ’ το βουνήσιο καλύβι μας του Ραγκαβά, όπου ήταν τουλάχιστον το αγέρι καθαρό, σ’ ένα σοκάκι της Βάθειας κοντά εις το παλαιό γεφύρι. Περιπαίζετε τους Ζιώτες και τους Συριανούς πως κοιμούνται αγκαλιά με τα γουρούνια. Πες μου όμως αν είδες εκεί χειρότερα γουρουνοχώρια από τους φτωχικούς μαχαλάδες των Αθηνών ή άλλη τέτοια Βάθεια πουθενά; Το καλοκαίρι σκόνη με την κουτάλα· νερομαζώματα και λάσπη ως το γόνατο άμα στάξει ο ουρανός, και σε κάθε δρόμο μια φρακτή ή άφρακτη μάνδρα, ο απόπατος όλης της γειτονιάς! Που όμως να πάνε όσοι πηγαίνουν εκεί, αφού οι γιατροσύνεδροι, οι αρχιτέκτονες, οι αστυνόμοι, οι δήμαρχοι και οι νομάρχαι σας θεωρούν όλοι, τ’ αναγκαία περιττά; Αντίκρυ μου έχω έναν χασάπη που σφάζει στη μέση του δρόμου, ζώα μικρά και μεγάλα, γίδια, πρόβατα και βιδέλα (=μοσχάρια), και τρέχουν πάντοτες δυο ποταμοί· ο ένας κόκκινος από αίμα, και ο άλλος πράσινος από κοπριά και χολή. Φωνάζουν οι γειτόνοι, μα τι μπορεί να κάμη η αστυνομία, αφού εις τον τοίχον του χασαπιού είναι κρεμασμένα χαντζάρια, καρυοφίλια, γιαταγάνια, κάμες, πάλες και κουμπούρες; Τέλειο οπλοστάσιο και στη μέση η εικόνα του Πρωθυπουργού δαφνοστεφανωμένη, σαν να σου λέγη ότι έχει ο φίλος του την άδεια να μας φέρη λοιμική· κι αν του κάμη κανένας παρατήρηση, να τον σφάξη κ’ εκείνον, καθώς τα πρόβατα και τα βιδέλα, για να μάθουν οι άλλοι να σωπαίνουν. Παραπέρα είναι μια αποθήκη κακογδαρμένα τομάρια, που αναγκάζουν να φράξη τη μύτη του όποιος δεν έχει συνάχι.
 Άλλη πληγή είναι ο μπακάλης και χειρότερο γουρούνι ο μανάβης. Και δεν είναι ένας ή δύο, αλλά είκοσι, πενήντα, εκατό, όλοι με προστασία και τόση μάλιστα, που ένα καλοκαίρι, που έτυχε να είναι ολιγώτερο ή χειρότερο το νερό, μας επλάκωσε κοιλιακός τύφος και άρχισαν να πεθαίνουν σαν τις μύγες τα παιδιά. Τέσσαρα δικά μου έθαψα, το ένα μετά το άλλο σ’ εκείνην τη γωνιά, κοντά στο μνήμα του Γεννάδιου, εκεί που εκαμάρωνες την άσπρη γαρουφαλιά.— Εκεί, του είπα, εμέτρησα τέσσαρα σταυρουδάκια κολλητά.— Έχε λίγη υπομονή. Ακόμη δεν είχαμεν αποκλάψει τα τέσσερα παιδιά, όταν γυρίζοντας ένα μεσημέρι από τη δουλειά μου βλέπω από μακριά, εμπρός στην πόρτα του σπιτιού μας, κόσμο πολύ. Άνδρες, γυναίκες και κόκκινες στολές κλητήρων. Άρχισα να τρέμω και έπειτα να τρέχω. Εσίμωσα και το πρώτο πράγμα που είδα ήταν η γυναίκα μου, σωριασμένη κατά γης ανάμεσα σε δύο γειτόνισσες, που την έτριβαν με ξίδι να την ξελιγοθυμήσουν και στο πλάγι της έναν άλλο αναίσθητο καταματωμένο σωρό. Ο σωρός ήταν ο Γιάννης μου, εκείνος που μ’ έλεγε πως θα κάνη υπότροφο ο βουλευτής. Τον είχε στείλει η μάνα του να ψουνίση και τον επλάκωσεν ένας αμαξάς, που έτρεχε σαν κυνηγημένος λαγός σε στενό δρόμο γεμάτο κόσμο.
 Ο Γιάννης πέθανε μετά δύο ώρες. Όλοι τον έκλαιαν κι αναθεμάτιζαν τ’ αμάξια και την αστυνομία. Ο νεκροσκόπος μας έλεγε πως έκαμε λογαριασμό και πως ανάλογα του πληθυσμού περισσοτέρους ανθρώπους σκοτώνουν οι αμαξάδες εις τας Αθήνας, παρά αι τίγρεις εις τας Ινδίας. Γιατί, όμως να μην κάμη το κέφι του κι ο άμαξας, αφού έχει κ’ εκείνος προστασία, το δικαίωμα δηλαδή να μας σακατεύη με το αμάξι του, καθώς ο χασάπης κι ο μανάβης να μας αρρωστούν με τη σαπίλα και την αποφορά τους; Αξαπλώνοντας το πέμπτο μου παιδί κοντά εις τ’ αδέλφια του, εσυλλογούμουν με πίκρα και με καημό, πως εις το νεκροταφεϊον της Βάθειας δεν θα είχα ούτε καν την παρηγοριά να σκάψω τον λάκκο κανενός υπουργού, βουλευτή, νομάρχη, δημοτικού συμβούλου, ή άλλου προστάτη των φονιάδων, γιατί όλους αυτούς τους πηγαίνουν εις το αρχοντικό νεκροταφείο.

Τον ακόλουθο χρόνο τον επεράσαμε πλέον ήσυχα. Έβλεπα μόνο τη γυναίκα μου ν’ αναστενάζη κόπτοντας μεγαλύτερα κομμάτια ψωμί εις τα παιδιά που μας απόμεναν. Εσυλλογούνταν η δύστυχη πως το παραπάνω ήτο το μερίδιο των αποθαμένων. Η κόρη μας είχε μεγαλώσει και έμοιασε στην ωμορφιά της μάνας της, καθώς που ήταν τον καιρό που σε ξετρέλλαινε στη Σύρα. Μόνο που η κόρη θα σου άρεσε ολιγώτερο, γιατί αυτή ήταν λιγόλογη και σεμνή σαν εικόνα. Την είχαμε βάλει σ’ ένα εργοστάσιο γυναικήσιω καπέλλω και μας έφερνε είκοσι δραχμάς τον μήνα και κάτι περισσότερες ο μοναχογυιός μου ο Πέτρος, που είχε γείνει στοιχειοθέτης. Μ’ αυτά και τη νεκροθαπτική μου εκαταφέρναμε να ζούμε. Εφρόντιζα και σε κάθε λείψανον να γεμώζω τες τσέπες μου παξιμάδια. Ήλθεν όμως η επιστράτευση και μας επήραν τον Πέτρο να τον στείλουν να ετοιμασθή για πόλεμο στη Θεσσαλία. Εμείς εκλαίγαμε, ενώ αυτός ήτο κατενθουσιασμένος και δεν ωνειρεύουνταν άλλο παρά δόξες, γαλόνια, σκοτωμούς πασάδων και χανούμισσες με διαμάντια.
 Τον συνταγματάρχη είχα χρόνο να ιδώ και προσπαθούσα να τον ξεχάσω, όταν μου μήνυσε ένα πρωί να περάσω από το σπίτι του για μια υπόθεσι σπουδαία. Είχε και πάλι ο μασκαράς εις το στόμα του το ζαχαρένιο χαμόγελο και τα γλυκά λόγια της Σύρος. Μου έκαμε παράπονα πως τον ξεχνώ, ενώ αυτός δεν έπαυσε να μ’ αγαπά, πως ελπίζει να μου εύρη γρήγορα καλύτερη θέσι και έχει έτοιμο το γαμπρό που μου είχεν υποσχεθη. Αυτά εσήμαιναν πως απέθανεν ο γεροδήμαρχος της Σύρας και ήθελε να γράψω του πεθερού μου και των άλλων μου συγγενών να υποστηρίξουν τον δικόν του υποψήφιο στην εκλογή. Δεν επίστευα τίποτε απ’ όσα μου υπόσχουνταν και μετά το κακό που μου έκαμεν, είχα περισσότερη όρεξη να τον πνίξω παρά να τον δουλέψω. Ημπορούσε όμως να με κάμη να χάσω τη θέσι μου, και του υποσχέθηκα να ετοιμάσω τα γράμματα αμέσως. Το απόγευμα έστειλε να τα πάρη μ’ έναν υπαξιωματικό. Αυτός ήταν ο γαμπρός, γερό παληκάρι, καλοστολισμένο, που μ’ άρεσε πολύ εμένα και της γυναίκας μου, αφού μάλιστα μας είπε πως εκληρονόμησε πέρσι από τη μητέρα του έναν φούρνο στο Ροδακιό.
 Δεν ξέρω όμως τι είχε και δεν άρεσε της κόρης μας καθόλου. Όταν την ρωτήσαμε μας αποκρίθηκε πως δεν της εφάνηκαν τα μούτρα του, καλού ανθρώπου και πως έχει το ένα μάτι πράσινο και το άλλο μαβί. Αυτά μ’ έκαμαν να θυμώσω. Της είπα με χονδρή φωνή πως ένα κορίτζι που δεν έχουν οι γονιοί του να το χορτάσουν ψωμί δεν πρέπει να κάμη τη χαδούσα και να ψιλολογά για το χρώμα των ματιών. Εχαμήλωσεν η καημένη τα δικά της και άρχισε να κλαίη και να μας λέγη ότι θα κάμη το θέλημά μας.
 Η μεγάλη μας συλλογή ήταν ο Πέτρος που πρώτα μας έγραφε τακτικά και τώρα μας άφηνεν έναν μήνα χωρίς είδηση καμμία. Του εγράφαμεν και δεν απαντούσε· εξετάζαμε δεξιά και αριστερά και κανένας δεν ήξευρε ή δεν ήθελε να μας πη. Η κόρη μου εξεφύλλιζε μαργαρίτες και ή γυναίκα μου αρωτούσε τα χαρτιά που βρίσκεται και τι κάμνει, έως ότου ένας δεκανέας, που εγύριζεν από το στρατόπεδο, ήλθε μια μέρα να της φέρη το φυλακτό, που του κρέμασεν εις τον λαιμό του Πέτρου, όταν εξεκίνησεν εις τα σύνορα, και να της πη ότι δεν έχει πια γυιο, πως του έκλεισεν ο ίδιος τα μάτια, αφού εβασανίστηκε τρεις εβδομάδες εις το νοσοκομείο. Ο μαντατοφόρος είχε πάθει κ’ εκείνος πυρετό και ήταν ακόμη κίτρινος σαν το θειάφι· εγίνετο όμως κόκκινος από τον θυμό, όταν μας έλεγε πόσο υπόφεραν αυτός και οι σύντροφοί του εις τη Θεσσαλία. Και το σκληρότερο βάσανό τους ήταν πως δεν ελπίζανε πια να πολεμήσουν με άλλον εχθρό παρά το κρύο, τη γύμνια και τη δυσεντερία.
 Από τα επτά παιδιά που είχα φέρει στην Αθήνα δεν μου απόμενε παρά μια κόρη, και ούτ’ εκείνη εφαίνουνταν ευχαριστημένη. Επροσπαθοϋσε για το χατήρι μας να περιποιηθή τον αρραβωνιαστικό της και δεν κατώρθωνε να κρύψη τη στενοχώρια της. Ένα πρωί μ’ επήρεν εκείνος κατά μέρος να μ’ αρωτήση τι προίκα ελογάριαζα να του δώσω. Ο αναθεματισμένος βουλευτής για να μας τον έχη κολλητό έως να τελείωση στη Σύρα η δημοτική εκλογή, τον άφηνε να πιστεύη πως κάτι μας απομένει. Του είπα τότες εγώ, πως με τες καλές συμβουλές του συνταγματάρχη, απομείναμε με το πουκάμισο και δεν έχω άλλο να του δώσω παρά μόνο την κόρη μου και την ευχή μου. Δεν μου έκαμε καμμιά παρατήρησι και εξακολούθησε να έρχεται στο σπίτι καθώς πρώτα. Παρατήρησα μόνο πως από την ημέρα εκείνη άλλαξαν οι τρόποι του με το κορίτσι. Άρχισε να φέρεται μαζί της σαν σουλτάνος. Δεν επρόσεχε εις τα λόγια του, την έπιανε από τη μέση και την εκυνηγούσε να την φιλήση. Αυτά τα καμώματα δεν μας άρεζαν διόλου. Εσυλλογούμεθα όμως τη δική μας φτώχεια και τον δικό του φούρνο.
 Ένα βράδυ που το επαράκαμνεν και ήθελε να την καθίση με το ζόρι απάνω στα γόνατά του, του ξέφυγεν από τα χέρια κ’ έτρεξε να κλειδωθή στην άλλη κάμαρα. Έφυγε κ’ εκείνος αγριωμένος χωρίς να μας πη καλή νύκτα. Ξαναήλθε όμως την επομένη μέρα και τες άλλες και το φέρσιμό του ήτανε πλέον ανθρωπινό. Αυτό το εξήγησα εγώ πως την αγαπά και πως είχε μετανοιώσει για τον βάρβαρό του τρόπο. Εκείνης όμως η αντιπάθεια είχε γίνει τρομάρα. Επέμενε να μας λέγη πως δεν έχουν τα δυο του μάτια το ίδιο χρώμα· και έχανε την όψιν της σαν άκουε το πάτημά του.
 Μετά μερικές ημέρες την επεριμέναμεν ένα βράδυ να γυρίση από το εργοστάσιο για να δειπνήσουμε· η ώρα όμως επερνοΰσε και δεν εφαίνονταν. Εις την αρχή υποθέσαμε πως την κρατούν για βιαστική δουλειά εις το καπελλάδικο, καθώς έτυχε και άλλη φορά· έπειτα αρχίσαμε ν’ ανησυχούμε μήπως μας εξέκοψε για να γλυτώση από τον λοχία. Αυτό όμως δεν ήτανε εις τον χαρακτήρα της, γιατί μας αγαπούσε και ήτανε έτοιμη να κάμη το θέλημά μας. Μετά μισή ώρα πήγα να την ζητήσω στο καπελάδικο. Mε είπαν ότι είχε φύγει τη συνηθισμένη ώρα εις τις επτά. Εγύρισα εις το σπίτι ελπίζοντας να την εύρω εκεί. Δεν είχε φανή, ούτε ο λοχίας· επήγα να τον ζητήσω εις τον στρατώνα· δεν ήξευραν που ήταν· επήγα εις τον βουλευτή· είχε δυο μέρες να τον ιδή και μου έκαμε και την παρατήρησι πως δεν είχεν ο λοχίας κανέναν λόγο να κλέψη το κορίτσι, αφού ήμουν πρόθυμος να του το δώσω. Επήγα τότε να ξυπνήσω δύο γειτόνους και ανάψαμε φανάρια να ιδούμε μήπως εγλίστρησε σε κανένα από τα βάραθρα και ξεροπήγαδα της Βάθειας, που καταπίνουν ανθρώπους κάθε σκοτεινή νύκτα. Τα εξετάσαμεν όλα και δεν είδαμεν τίποτες. Εξεπήδησα έπειτα εις την αστυνομίαν να ερωτήσω ποιους, επλάκωσαν από το πρωί οι αμαξάδες. Την ημέραν εκείνην δεν είχαν πλακώσει κανένα, και μόνον ο σιδερόδρομος ένα βώδι. Ο διευθυντής μ’ ελυπήθηκε και μου είπε πως θα ενεργήση δραστήρια, και γρήγορα θα μάθη τι έγεινε το κορίτσι μου. Μ’ αρώτησε ποιοι εσύχναζαν εις το σπίτι μου και μου εφάνηκε πως εστραβομούριασε όταν του ανάφερα τον λοχία Μεϊντανό. Επερίμενα πως θα μου πη τίποτε γι’ αυτόν. Μου είπε μόνο καλή νύκτα και να έχω υπομονήν.
 Επέρασαν άλλες τέσσερες μέρες χωρίς τίποτε να κατορθώση. Εξαναπήγα τότες εις του βουλευτή και άκουσα πάλι πως δεν ξεύρει τίποτε και δεν είδε τον Μεϊντανό. Αυτή όμως τη φορά έμοιαζε σαν στενοχωρημένος, απόφευγε το μάτι μου κ’ εβιάζετο να με ξεφαρτωθή. Την άλλη μέρα ευρέθη η κόρη μου. Ξέρεις τι είχε γείνει;— Πως θες να το ξέρω;— Ο Μεϊντανός με δύο άλλους αχρείους την ακολούθησαν όταν εύγαινεν από το εργοστάσιο ως το γεφύρι της Βάθειας. Εκεί την έπιασαν, της έφραξαν το στόμα, την έρριξαν σ’ ένα αμάξι, των επήγαν εις το βρωμόσπιτο μιανής κεράς Βασιλικής, την ατίμασαν, την εβασάνισαν όλη νύκτα και την άφησαν εκεί αναίσθητη και μισοπεθαμένη. Τον Μεϊντανό τον έκρυπτεν ο βουλευτής τρεις ημέρες εις το υπόγειο του σπιτιού του, έπειτα τον έκαμε να δραπετέψη.— Αυτά, μου είπε, είναι πράγματα που ακολουθούν κάθε μέρα. Με πέντε λεπτά τα χορταίνεις σε κάθε εφημερίδα.— Με τη διαφορά, απήντησα αποτόμως, ότι ηκολούθησαν της κόρης μου, και δεν είναι για μένα το ίδιο. Την εφύλαγαν εκεί κοντά εις το τμήμα της Βάθειας. Έτρεξα να την σηκώσω στην αγκαλιά μου και να την πάω της μάνας της.

Όλη την νύκτα εκλαίαμε γονατιστοί εις το προσκέφαλό της και της εφιλήσαμε χέρια και πόδια, κι ούτε μας αποκρίνουνταν, ούτε γύρισε να μας; δη. Εφοβούμεθα πως είναι κακιωμένη μαζί μας. Έπειτα ήλθαν δύο γιατροί και μας είπαν ότι είχε τρελλαθή.
 Τους ιατρούς εσυντρόφευεν ο αστυνόμος. Αφού έφυγαν εκείνοι, άρχισε να μου λέγη πως ο Μεϊντανός είναι αχρείος, που έχει στη ράχι του κατηγορίες για βιασμούς και φόνους. Τον προστατεύει όμως ο βουλευτής Σύρου, που τον εγλύτωσε δυο φορές, και θα ήτο τρέλλα να τα βάλω μ’ έναν συνταγματάρχη και υπουργικό βουλευτή, τώρα μάλιστα που άρχισαν oι δουλειές της Κυβερνήσεως να στραβώνουν και τον έχει ανάγκην. Ό,τι και αν έκαμνα και όσον και αν εφώναζα, δεν θα κατώρθωνα τίποτε, ενώ αν εσώπαινα, ημπορούσε να γείνη κάτι για μένα, ως π.χ. να βάλουν την κόρη μου χάρισμα εις το φρενοκομείο. Δεν αποκρίθηκα τίποτις, γιατί την απόφασί μου την είχα πάρει. Έγραψα του πεθερού μου να φροντίση όσο πτωχός και αν είναι, για την κόρη του και την εγγονή του. Εφίλησα τς δυο δυστυχισμέναις, έκαμα τον σταυρό μου, επέρασα στη ζώνη το λάζο μου και εις τας δέκα η ώρα επήρα τον δρόμο του σπιτιού του βουλευτή, με απόφαση να τον σκοτώσω και ό,τι γείνη ας γείνη. Ευρήκα την πόρτα του ανοικτή και τη σάλα του γεμάτη. Ήταν εκεί ένας από τους δύο ιατρούς που ήρθαν σ’ εμένα το πρωί και παρακάτω ένας πάπας με τον διάκο του που εκρατοΰσε τη μετάληψι και το πετραχήλι. Κανένας δεν επρόσεξεν όταν εμπήκα. Εκρύβηκα απ’ οπίσω από την κουρτίνα του παραθύρου και απ’ εκεί άκουσα πως μετά το απόγευμα εϊχεν έρθει του συνταγματάρχη αποπληξία, πως απέμεινεν ο μισός παράλυτος και κινδυνεύει. Τώρα εσυζητοϋσαν αν πρέπει να του πάνε αμέσως τον παπά ή να περιμείνουν να γείνη καλύτερα ή χειρότερα..........
Mitropoulos - Beatrice

..Μετά λίγην ώρα εβγήκεν από την κρεβατοκάμαρα άλλος γιατρός που είπε πως πρέπει ν’ αφήσουν τον άρρωστον να ησυχάση. Λίγο-λίγο άρχισεν ο κόσμος να φεύγη, έως ότου δεν απέμειναν παρά ο γιατρός, ο πάπας και δυο σπιτικοί φίλοι. Τα μεσάνυκτα επήγαν κ’ εκείνοι να εξαπλωθούν εις το επάνω πάτωμα, αφού έδωκαν παραγγελία εις τον στρατιώτη της υπηρεσίας να μείνη στη σάλα και, αν τύχη τίποτις, να τους κράξη. Εκείνος όμως δεν εσυλλογίζουνταν παρά πως να περάση την νύκτα του αναπαυτικά. Έβαλεν ένα κερί σε μια καθέκλα κοντά εις το ντιβάνι, απλώθηκεν απάνω με τα παπούτσια, επήρε να διάβαση μιαν εφημερίδα, και μετά πέντε λεπτά άρχισε να ρουχαλά. Τώρα ήταν η δική μου σειρά, όχι βέβαια να ρουχαλήσω.

Εβγηκα από την κρύφτη μου, έσυρα το λάζο, επέρασα εις το πλαγινό δωμάτιο κι εκλείδωσα οπίσω μου την πόρτα. Ήταν η ίδια κάμαρα που μ’ εδέχθηκε προ τρία χρόνια παίζοντας με τον γάτο, με τη διαφορά πως αντίς κεντητό φεσάκι εφορούσε τώρα εις το κεφάλι μια φούσκα με πάγο και εις τα πόδια αντίς παντόφλες, συναπισμούς. Με όλο του το χάλι του απέμεινεν ακέραιο το λογικό. Μ’ εγνώρισεν αμέσως και όταν εσήκωσα απάνω του το μαχαίρι, κράζοντας αυτόν «φονηά των παιδιών μου!», άπλωσεν ο φόβος στην όψι του, θανάτου πρασινάδα. Ήταν άφωνος και παράλυτος και δεν μπορούσε ούτε να παρακάλεση ούτε να γονατίση. Όσα όμως δεν ημπορούσαν να κάμουν τα γόνατα και η γλώσσα, τα έκαμνε το μάτι. Το βλέμμα μού έλεγεν· Άμάν! μου φιλούσε τα χέρια, μου έγλειφε τα πόδια. Δεν μ’ εβάσταζεν η καρδιά να χτυπήσω τον άρρωστο εκείνον ανδράποδο. Άδικον όμως θα ήταν να μείνουν τα παιδιά μου χωρίς εκδίκησι καμμιά. Έβαλα στη θήκη το λάζο και έφτυσα στο πρόσωπο τον κύριον συνταγματάρχην, και αντί να θυμώση διά το φτύσιμο, μ’ εκοίταξε, σαν να μου έλεγεν ευχαριστώ που του χάρισα τη ζωή.— Και πως ετελείωσεν αυτή η ιστορία;— Ο συνταγματάρχης εγλύτωσε και έφυγεν εις τα λουτρά. Η κόρη μου εβασανίστηκε ακόμη μήνες, κ’ έπειτα την εξάπλωσα κ’ εκείνη κοντά εις τα άλλα πέντε. Δεν έχω δίκαιο να λέγω, ανάθεμα εις την πολιτική;— Πταίεις όμως και συ, του είπα, που ανακατεύθης εις αυτήν. Και συ και όσοι άλλοι μαζέυετε ψήφους και πιστεύετε εις όσα σας λέγουν.

Το επιχείρημά μου, αντί να τον αποστομώση, τον έκανε να σηκωθή βροντόλαλος και φοβερός. Τα μάτια του εσπιθοβολούσαν και μου έσφιξε τα χέρια που μ’ έκαμε να πονέσω.

— Μην το λες αυτό, μου είπεν, αυτό, δεν σου κάμνει τιμή. Το «συ φταις γιατί μ’ επίστεψες» άφησέ το εις τους λωποδύτες του Χρηματιστηρίου. Όσον ευκολώτερα πιστεύομεν και ταχύτερα λησμονούμεν, τόσο μεγαλυτέρα είναι η ασυνειδησία εκείνων που μας απατούν. Όσον πλέον κουτός, άκακος και απονήρευτος είναι ο λαός, τόσον περισσότερον έπρεπε να τον συμπαθούν και να τον λυπούνται, αντί να νομίζουν πως η κουταμάρα και η καλοσύνη του τους δίδει το δικαίωμα να τον γδαίρνουν ως το κόκκαλο, να τον ατιμάζουν εις την βρώμαν, την αρρώστιαν και την ατιμίαν, να φέρνωνται μαζί του καθώς οι άκαρδοι εκείνοι καρραγωγείς που σκοτώνουν τ’ άλογο από το πολύ φόρτωμα και το πολύ ξύλο για τον λόγο που δεν δαγκάνουν και δεν κλωτσούν. Αν έχης μέσα στο στήθος σου καρδιά και όχι πέτρα, μη λες πως φταίει ο λαός, αλλά φώναξε μαζί μου «Ανάθεμα εις τους λαοπλάνους!».

Την χάριν ταύτην δεν ημπόρεσα να κάμω εις τον δυστυχή νεκροθάπτην, διότι έχω ολίγην φωνήν και δεν αγαπώ τας φωνάς. Αν εννόησα αυτόν καλά, εκείνο το οποίον εζήτει, παραβάλλων τους πολιτικούς μας προς καρραγωγείς, ήτο, καθώς υπάρχουσιν αλλαχού εταιρείαι προς προστασίαν των ανυπεράσπιστων πλασμάτων, αλόγων, γάτων, περιστερών και άλλων πτερωτών και μαστοφόρων, ούτω να συστηθή και εις την Ελλάδα, προστατευτική των ψηφοφόρων.
Dimitri Mitropoulos Burial - Michalis Economou, conductor

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ




ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ







  • Β




J.S. BACH

*Costas Papageorgiou

Bach Suite Nr. 3 Ouverture.mp4











BEETHOVEN



*Vazaka Martha
Bernstein Beethoven Leonore Overture Nº3
Beethoven - Coriolan Overture (KARAJAN)
Beethoven: Fidelio - Ouverture / Leonard Bernstein
*Maria Psaromichalaki
Beethoven The Ruins of Athens Overture
*Antreas Kapsalis
Beethoven - Egmont Overture - 1949 - Boston Symphony Orchestra - Koussevitsky
*Christos Sipsis
Ludwig van Beethoven - König Stephan, Singspiel Op. 117 - I. Overture
 http://youtu.be/nE4RyIwWYCQ 




BERLIOZ

Opera:LE CORSAIRE
Composer:BERLIOZThe''Le Corsaire Overture''is one of Berlioz's most spirited and characteristic works.Although it sounds immediate and impulsive,it went through several transformations between its original conception in 1844 and final publication in 1852.Berlioz was initially inspired by the coastline around Nice(especially a stone tower
 where the lodged at the time,the 'Tour des Ponchettes') and called the work La Tour de Nice.He then revised the overture and gave it a new name,Le Corsaire Rouge(after Fennimore Cooper's 'The bRed Rover'),but then revised it once more as Le Corsaire(suggesting Byron)before it was published.The influence of Byron on all the arts at the time was very popular,and so any work showing a link(however tenuous)was almost ensured success.The overture begins boisterously and is followed by a quieter,more effective section,the tempo then picks up again,and the main impression left by the work is one of tremendous verve and excitement.
Berlioz - Le Corsaire - Overture

BERNSTEIN

*Eddy Kouyioumdjian
Candide Overture: Leonard Bernstein
http://www.youtube.com/watch?v=422-yb8TXj8&feature=share

*Gianni Christopoulos
Candide Overture: Leonard Bernstein conducting

ΒΙΖΕT



*Costas Papageorgiou
Bizet - Les Toreadors - Carmen - London Festival Orchestra
Bizet - Carmen - Habanera
*Emmanouela Manousaki
Bizet - Carmen - Overture



BORODIN

*Costas Papageorgiou

A Borodin The overture from opera «Prince Igor»,The Presidential Orchestra of the Republic of Belarus,

THE WORLD'S FAVOURITE OVERTURES No 9
MAJESTY AND GRANDEUR
Composer:ALEXANDER BORODIN
Overture:from opera PRINCE IGOR
Alexander Borodin's last opera,''Prince Igor'',is generally thought to be one of the classic epic Russian operas based on a historical subject.First performed in 1890,the operacontains some of the best music that Borodin wrote and has for more than a century enjoyed a permanent place in the international opera repertoire.Borodin was a chemist by profession,and composed his music in his spare time but was not able to complete the score of ''Prince Igor'' before his death.It was completed by two of his friends,Nikolai Rimsky-Korsakov and Alexander Glazunov,both famous composers in their own right.Borodin never wrote down the overture,but Glazunov heard him play it many times and was able to produce this faithful version.It is composed entirely from material which is heard later in the opera and opens with the music that precedes Igor's great aria in the second act.
Borodin - Prince Igor - Polovtsian Dances


ΒRAHMS

*Kostas Bernidakis
Brahms Tragische Ouvertüre - Royal Concertgebouw Orchestra [HD]
http://youtu.be/TQ5NEdUiIec

*Sergios Malakates
Akademische Festouvertüre - Brahms/Toscanini
*Michael Mirtsios
Brahms: Tragic Overture - Charles Munch
http://www.youtube.com/watch?v=EqVGuWEUFc8

*Costas Papageorgiou
Brahms: Academic Festival Overture (Solti, CSO)

ACADEMIC FESTIVAL OVERTURE Composer:BRAHMS Not long after the success of his Symphony No 1,Johannes Brahms was offered an honorary doctorate by the University of Breslau.Being obliged to provide an orchestral work in honour of the occasion,he decided an overture,appropriately based on four popular student songs.Written for the largest orchestra that he had yet used,the 'Academic Orchestra Overture'was first performed at Breslau on 4th January 1881,and conducted by the new Dr Brahms,to tumultuous acclaim.


CIMAROSA


*Ελλη Τσιρογιάννη
 Domenico Cimarosa: Ouverture from the opera La baronessa Stramba




CHABRIER

*Costas Papageorgiou
  Espana Rhapsody-Emmanuel Chabrier/Leibowitz

CHERUBINI

*Abakis Christos
 Cherubini Medea Ouverture - Toscanini NBC 1950


*Argiro Ioannidou

Medea, Overture - L. Cherubini


DANIEL AUBER


*Costas Papageorgiou

Opera: Τhe brpnze horse
Composer:DANIEL AUBER
Auber - Ouverture to "Le Cheval de bronze" (1835)
********************************************************************


 DVORAK

*Abakis Christos

Dvorak Overture In Nature's Realm

*Haris V. Karajiannidis

Antonín Dvořák - Hussite Overture, B. 132, Op. 67
************************************************************

GERSHWIN


*Eddy Kouyioumdjian

George Gershwin Cuban Overture



GLAZUNOV


*Sergios Malakates

Glazunov - Overture No. 1 on Three Greek Themes, op 3 - Mitropoulos



GLUCK

*Sergios Malakates
WILHELM FURTWÄNGLER "IPHIGENIE EN AULIDE" (Gluck), Overture

KORSAKOV RIMSKY

*Michael Mirtsios
Rimsky-Korsakov Overture On Three Russian Themes Op. 28



HANDEL

*Costas Papageorgiou

G.F.Handel- Ouverture dall'Almira
*************************************************

HARTMANN KARL AMADEUS

*Tanja Pavlovic

Karl Amadeus Hartmann: Ouvertüre (Simplicius Simplicissimus) (1934/1935)
****************************************************

ΗΕROLD

*Costas Papageorgiou

Sawallisch Conducts Zampa Overture (Herold)

Opera:ZAMPA
Composer:FERDINAND HEROLD
In a short carrier'Ferdinand Herold composed many operas and ballets,and achieved at the end of his brief life(he died in 1833 at the age of 42) in' Zampa' one of the most successful of all French'operas comiques'.The 'opera comique'was a work with spoken dialogue which would often have some sort of moral included in its plot.This is true of 'Zampa'(subtitled'The Marble Bride')which has a basic story similar to that of Mozart's'Don Giovanni'in that Zampa,a Sicilian pirate,forces his brother's bride,Camilla,to marry him by threatening to kill her father,who is languishing in his pirate prison.The marble statue of Zampa's former lover,Alice, whom he had previously disdainfully abandoned,takes an active part in the plot of several occasions and finally drags the unfaithful pirate with her into the sea. Constantly being performed in the 19th cencury,Zampa'isnowdays remembered for this atmosphere overture,which uses a larger orchestra than was customary at the time.
****************************************************************

IVES CHARLES

*Alexis Zorbas
Charles Ives: "Robert Browning" Overture (1911/1914)

***********************************************************

KORSAKOV RIMSKY


*Konstantinos Brestas S

Rimsky-Korsakov The Tsar's Bride (Ouverture)


  • Μ

MENDELSSOHN

*Νυχτερινος Ταξιδιωτης
Mendelssohn: Fingal's Cave Overture (The Hebrides)
http://www.youtube.com/watch?v=zyZ5cHUaiBI&feature=share

*Sergios Malakates

Mendelssohn - A Midsummer Night's Dream: Overture (Abbado)


 *Costas Papageorgiou


Mendelssohn - Hebrides Overture (Fingal's Cave) (Abbado)

*Konstantinos Kouzof

Mendelssohn: Fingal's Cave Overture (The Hebrides)

*Ioannis Gkotsis

Mendelssohn - Hebrides Overture (Fingal's Cave) (Abbado)

METTERNICH
*Costas Papageorgiou

Josef Metternich Largo al factotum Il barbiere di Siviglia 1957 http://www.youtube.com/watch?v=0nGaPhirG1E&feature=share
**********************************************************


ΜΟΖΑRT

* Sergios Malakates

Mozart / Karl Böhm, 1964: Overture to the Abduction From The Seraglio - Staatskapelle Dresden


 *Costas Papageorgiou

Opera:DON GIOVANNI
Composer:MOZART
La ci darem la mano

MOZART:The Marriage Of Figaro
 Wolfgang Amadeus Mozart was the most famous of all musical child prodigies,but far more remarkable than this precocity was his development into the composer of works of the greatest beauty,depth and humanity.'The Marriage of Figaro'is an adaptation of the important play of the same name by the French playwright Beaumarchais wh
ich explores the tension between the various classes in the lead-up to the French Revolution.Another French author and music critic,Stendahl,called Mozart's opera'a sublime mixture of wit and melancholy which has no equal.The short overture to 'The Marriage of Figaro',which was first produced in 1786,is one of the most light-hearted overtures ever written.The bustling opening represents the intrigues that are about to be played out in the opera,and which take place in the course of just one day.Figaro and Susanna are to be married but their employer,Count Almaviva wants to exercise his right to spend a night with the bride.He is(of course)foiled,and the evening ends with a scene of reconciliation between the assembled company before they all rush off to celebrate the wedding.
The Marriage of Figaro - Overture



MONTEUX PIERRE

*Dimitris Kipreos
Cherubini - Anacréon : Ouverture
Royal Philharmonic Orchestra
Pierre Monteux (dir.)
BBC studio 25-01-1960, London.
PIERRE MONTEUX - CHERUBINI - ANACRÉON - OUVERTURE


OFFENBACH


*Costas Papageorgiou

Offenbach: Orpheus in the Underworld (Zubin Mehta, New York Philharmonic)
OFFENBACH:Orpheus in the Underworld
First performed in 1858.Offenbach's parody of the story of Orpheus and Eurydice was something of a scandal when it was first performed.Although the work was acclaimed by the public,he was accused by the critics of blaspheming antiquity,the government and current social conditions.'Orpheus in the Underworld'was Offenbach's first full-length theatrical work and is just one of the long series of bitingly satirical operettas all poking fun at contemporary figures and situations.The basic comedy comes from the fact that,contrary to the Greek original,Orpheus is only too pleased to see the back of Eurydice,who is more than happy to inhabit the world of Hades.Orpheus only tries to resque her under pressure froma character called Public Opinion.The piece includes the famous'Can-Can' and also a hilarious send-up of serious opera,represented by a parody of Orpheus'famous lament(Che faro) from Gluck's opera.'Orpheus ran for 228 performances,the last of which was attended by none other than Napoleon III.The operetta was originally performed with a short instrumental prelude,and the overture which is commonly known today is a pot-pourri of tunes from the piece arranged by Carl Binder for the first performances in Vienna. 
  Jacques Offenbach "La belle Hélène" Overture

Opera:LA BELLE HELENE
Composer:OFFENBACH
Jacques Offenbach was a master of parody and wit,and his operetta 'La Belle Helene'displays all the marks of his genius.Yet,in parodying the antics of the great classical characters in ancient Greece(just as he had done in 'Orpheus in the Underworld'),he was equally able to mock contemporary figures and events.Indeed,through Offembach,Paris was poking fun at itself,especially as Paris is the name of the prince who ultimately abducts Helen.Among the many witty moments in the operetta,are hilarious send-ups of famous operas of the time('William Tell'and'La Muette de Portici') and an outrageous Tyrolean aria for Paris complete with yodelling effects. The sparkling Overture to'La Belle Helene' contains many melodies which appear later in the operetta,most notably the march for the entrance of the kings which is followed by Paris's song,played on the oboe.
Offenbach - Barcarolle , from 'The Tales of Hoffmann'
Offenbach - Can Can Music
Offenbach: La vie Parisienne

  • R

RAMEAU


*Costas Papageorgiou

J. P. Rameau - Dardanus - Ouverture


REZNICEKE

Overture:DONNA DIANA
Composer:REZNICEKE
mil von Reznicek was a son of a high-ranking army officer and enjoyed great success as a conductor and composer throughout Europe.Undoubtedly his greatest success was with 'Donna Diana'(1894),to a libretto by the composer himself,inwhich the archetypal plot centres around a haughty Spanish heroine who is surrounded by suitors,whom she regrets.The hero humbles her into loving him.In the brilliant Overture To 'Donna Diana'.one is immediately struck by the grace and elegance of the music which relies largely on the short forms of popular Spanish songs and dance tunes.However,these cannot conceal the fact that Reznicek's music is of Viennese origin and that its charm is the spontaneous charm of Vienna.
Donna Diana Overture - Emil Nikolaus von Reznicek - 1894


ROSSINI


*Antreas Kapsalis
Rossini Semiramide Overture Guido Cante
*Eddy Kouyioumdjian
Gioacchino Rossini -- GUGLIELMO TELL Ouverture

*Konstantinos Brestas S

Gioachino Rossini - Guglielmo Tell (Guillaume Tell) - Overture (Chailly) - No. 3 & 4. The call to the 


*Tanja Pavlovic

ROSSINI: William Tell Overture (full version)


*Costas Papageorgiou

Opera:IL SIGNOR BRUSCHINO
 Composer:GIOACHINO ROSSINI
Rossini: Il Signor Bruschino - Ouverture


The Thieving Magpie Overture by Rossini
Gioacchino Rossini was a prolific composer and composed nearly 40 operas in the amazingly short period of 21 years and was the most successful composer of his generation-he wrote his last opera 'William Tell ' at the age of 37 and retired to enjoy the good life in Paris where he died at the grand age of 76.'The Thieving Magpie ' was an immediate and enormous success with both the critics and the very discerning Milanese audiences.It is a classic example of 'opera semiseria',but its fusion of comic and dramatic elements is clearly weighted towards the latter-its convoluted plot concerns the servant girl,Ninetta,who is condemned to death for stealing a spoon.but is pardoned when it is found in a magpie's nest.It is now chiefly remembered for its overture,opening with two arresting drumrolls and concluding with one of the most exuberantly self-confident marches ever written.
Rossini: William Tell Overture: Final
Gioachino Rossini : The Barber Of Seville - Overture
Gioachino Rossini - La Cenerentola - Ouverture (Alberto Zedda) http://www.youtube.com/watch?v=cGdWCP4bMb0&feature=share
Rossini - Semiramide, Overture
Gioachino Rossini - La scala di seta - Ouverture
Rossini: William Tell Overture: Final
Gioachino Rossini - L'italiana in Algeri - Ouverture (Marriner) http://www.youtube.com/watch?v=7i8LE9fHlB4&feature=share
Gioachino Rossini - Il viaggio a Reims - Ouverture
 
*Μαρία Κλωνάρη

Rossini: Ouverture (La gazza ladra)

*Stratis Vagis

Furtwängler conducts Rossini "La gazza ladra"-Overture http://www.youtube.com/watch?v=xX09P8RY01Y&feature=share

*Varvara Metaxa Mariatou

Rossini ouverture "Il Turco in Italia" http://www.youtube.com/watch?v=__lfbkzQuWI&feature=share



SCHUBERT

*De Profundis Ya

Schubert - Overture in D Major, D. 12
Schubert - Overture in D major, D. 26
The year 1812 brought two concert overtures, the Overture in D major, D. 12, and the Overture in D major, D. 26, both of which include three trombones. The second work is dated 26th June 1812 and was later revised by the composer. Both suggest ambitions beyond the confines of the Stadtkonvikt orchestra or, indeed, of the amateur resources otherwise available, while reflecting the influence of what he would have heard in the theatre where in 1813 he attended a performance of Gluck's Iphigenie auf Tauris with Milder in the title-rôle and Vogl as Orestes, which moved him to tears and, according to Josef von Spaun, set him studying any score of Gluck that he could find.
Schubert Overture in Bb Major, D.470
Schubert - Overture in D Major, D. 556
Schubert wrote his Overture in D major D. 556 in May 1817. It is scored for woodwind, horns, timpani and strings, but, unusually, without trumpets, the usual companions of drums. It opens with an Allegro maestoso leading to an Andante sostenuto, which returns after the Allegro vivace which provides the substance of the work that has the necessary theatrical quality to serve as the introduction to a play.
Schubert - Ouverture in the Italian Style D 590 - N. Harnoncourt, Royal Concertgebouw Orch.
Schubert - Overture "In the Italian Style" in C Major, D. 591
The Overture in D major in the Italian style, D. 590 was written in November 1817, with its companion Overture in C major in the Italian style, D. 591. The first of the two new overtures starts with an Adagio that leads, after the opening chords, to an Italianate theme. The strings introduce the principal theme of the Allegro giusto, which, in its course, seems to make direct reference to Rossini.Schubert wrote 9 Overtures during his life:
  Overture in C major in the Italian style (D. 591)
This second of the overtures in italian style takes on an increasingly Italian air, particularly with the Allegro and its contrasting themes. Schubert arranged both overtures for piano duet, and the Overture in C major for two pianos, eight hands, to be performed in this version in March 1818 in a private concert.

Schubert - Overture in E minor, D. 648
Overture in E minor (D. 648)
Schubert wrote his Overture in E minor, D. 648 in February 1819 and it had its first public performance at the Redoutensaal in November 1821. It disappeared from public view until the publication of Schubert's collected works in 1886. Some Schubertians regard it as a landmark work of unusual power, breaking ground that he would build on in his last two symphonies. The work is scored for the usual woodwind, four horns, two trumpets, three trombones, timpani and strings, and marks an important stage in Schubert’s orchestral writing in its dramatic handling of these instrumental forces. The Overture is, in a sense, Schubert doing Beethoven: The short motifs building into longer sequences and the mounting tension and explosive climaxes all show Beethoven's influence on the 22-year-old Schubert. At the same time, the actual construction of those sequences, with the same motif repeated at progressively higher or lower pitches, harks back to Baroque music.
Schubert - Fierrabras Overture, D. 796
Franz Schubert - Overtures
********************************************************************


SUPPE

*Costas Papageorgiou

Operetta:THE QUEEN OF SPADES
Composer:SUPPE

Suppe composed much music,including masses,operas,operettas and songs,but it was as a composer of rousing overtures that he achieved his passport to immortality.Besides overtures to his stage works,he was also to compose overtures for special occasions and,especially,to the many plays,c
omedies and farces that were performed in the many theatres where he was the staff conductor.In the late 1850s,Offenbach's operettas were being performed in Vienna,and Suppe subsequently composed a series of one-act operettas to compete with the Frenchman on home ground.'Die Kartenschlagerin'('The Fortune Teller') was originally performed in Vienna in 1862 but was not a success.It was then revised as 'Pique Dame'('The queen of Spades')and premiered in Graz in 1864.The overture is noteworthy for a gentle passage for two flutes,framed by passagesof tremendous rhythmic verse using a popular Hungarian melody,later used by Brahms in his Hungarian Dance No.21.
Franz von Suppé - Pique Dame - Overture
Suppé - Light Cavalry Overture - Karajan
Suppe:MORNING,NOON and NIGHT in VIENNA Francesco Ezechiele Ermenegildo Cavaliere Surr-Demelli,more commonly known as Franz von Suppe,was born in Yugoslavia of Belgian parents.His family moved to Vienna when he was in his teens and he was to remain there for the rest of his life,becoming a very successful conductor and composer.Many of his operettas are no longer performed,but a number of the overtures survive in concert programmes.Suppe began his career in 1840 and his first major success came with 'Morning,Noon and Night in Vienna',a scetch of Viennese life,first performed in 1844.In this charming overture,a majestic opening leads to a charming cello solo,followed by contrasting sections that build up to an ebullient finish that depicts the bustle of Vienna at night.
 Franz von Suppe -"Morning,Noon and Night in Vienna" Overture
Franz von Suppe_Poet And Peasant Overture
 Opera:POET AND PEASANT
Composer:FRANZ VON SUPPE In 1845 Suppe was appointed conductor atVienna's famous Theater an der Wien,and in August 1846 a play called'Dichter und Bauer'(Poet and Peasant)opened there.For this production Suppe revised an overture that he had already used on two previous occasions.Its form is remarcably similar to that of 'Morning,Noon And Morning In Vienna 'Overture,even down to a haunting cello solo,its gentle,lilting waltz passage and other memorable melodies have helped Poet And Peasant to become one of Suppe's best-known and most popular overtures.
Franz Von Suppé - Fatinitza - Overture - Part 2http://www.youtube.com/watch?v=ZPct-PYrsSw&feature=share

*Xara Andrianou

Franz von Suppé : Light Cavalry - Overture http://www.youtube.com/watch?v=aF5nhMIyeqI&feature=share
***********************************************************************

SAINT-SAENS


*Vasilis Vasileiadis

Camille Saint-Saëns - overture - Samson et Dalila
*********************************************************************


SMETANA

*Costas Papageorgiou

Bedrich Smetana - The Bartered Bride - Overture
Opera:THE BARTERED BRIDE
Composer:SMETANA
''The Bartered Bride ' is so much of a national institution inside Czechoslovakia,and has also been readily accepted by the rest of the world as so typical of the very best type of 'folk opera' that it is surprising to learn that Bedrich Smetana was looked upon during his lifetime as insufficiently nationalist in feeling,and his other operas as too strongly under the influence of Wagner.However,it was 'The Bartered Bride',first produced in 1866,that won him immediate recognition as a musical patriot.Th story is a complicated one of love which turns out all right in the end when the true identity of the handsome stranger in the village is revealed so that he can marry his beloved after all. The overture(written before the rest of the opera,so great was Smetana;s enthusiasm for the subject he was to tackle)is immensely and justifiably popular as a concert piece in its own right.Its themes are later used in connection with the marriage broker Kecal and the marriage contract(in the finale to Act II ).but whatever their associations,the scurrying string passages(perhaps reminiscent of the opera of Mozart's 'The Marriage of Figaro')give the opera an irresistible start.

*Magda Riga

Smetana: Overture to "The Bartered Bride" / Jansons · Berliner Philharmoniker



  • T

TCHAIKOVSKY

*De Metres Jimtsirojohn
1812 Overture (Tchaikovsky)
*Kiriaki Chrysanidou
Hamlet ,Overture-Fantasia, Op. 67a

*Costas Papageorgiou 

Overture: 1812
Composer: TCHAIKOVSKY
 The 1812 Overture,one of the most-recorded of Tchaikovsky's works,is a celebratory work commissioned by Nicolai Rubinstein from a somewhat reluctant Tchaikovsky for a festive piece in connection with All-Russia Exhibition of Arts and Crafts.However,the work was finally heard 
at the dedication in 1881 of the new cathedral Church of the Redeemer at Moscow,built over many years to celebrate Russia's defeat of the Napoleonic invasion of Moscow in 1812 and the French leader's disastrous winter retreat.The idea was for the overture to be played outside the west door of the cathedral(which was subsequently demolished in the 1917 Revolution)However,in the event,the first performance was at an indoor Moscow concert in 1882 with the'special effects'left out.
1812 Overture - Tchaikovsky (Full)
FAVOURITES Composer:TCHAIKOVSKY
(Romeo and Juliet Fantasy-OvertureTchaikovsky's 'Romeo and Juliet-Fantasy Overture' is ajn amazingly faithful telling of the story of Shakespeare'[s famous tragedy of two young lovers separated by their feuding families.He was persuaded to write this work by fellow composer Mily Balakirev,who supplied Tchaik
ovsky with a written scenario.First performed to acclaim in 1870,a few weeks before Tchaikovsky's 30th birthday, the work was subsequently revised twice before arriving in the form in which it is best known'Its basic design is more that of a symphonic poem with an introduction and epilogue rather than an overture.The solemn opening represents the thoughts of Friar Laurence,and the main section is a vivid depiction of the street-fights of the feuding Montagues and Ca[pulets.In contrast there is a hauntingly emotional love there for Romeo and Juliet which reappears with even-increasing intensity before they meet their tragic end.The work finishes with a refrective epilogue,but the final bars could perhaps be the outburst of anger at the folly of the tragedy.
Romeo & Juliet Fantasy-Overture (Tchaikovsky)

*Varvara Metaxa Mariatou
1812 Overture - Tchaikovsky (Full)

TELEMANN

 *Costas Papageorgiou 

(part 1/2) Telemann - Ouverture, Orchestral Suite in g minor, TWV 55:g4 / Trevor Pinnock


*Christina Liakou
Telemann: Ouverture in A minor for Recorder, Strings & Continuo

 **********************************************************

TOSCANINI

*Stratis Vagis

Toscanini, 1945 - Rossini, La gazza ladra, Ouverture

V

VERDI




*Konstantina Sarioglou

Giuseppe Verdi - Giovanna d'Arco - Overture


*Costas Papageorgiou

THE WORLD'S FAVOURITE OVERTURESALL TIME FAVOURITES
Prelude to act I of 'La Traviata 'Verdi's 'La Traviata 'caused something of a scandal at its first performance in Venice in 1853.It was based on a contemporary play by Alexandre Dumas,'La Dame aux Camelias',which was a study of 'modern life',centred around a young courtesan called Violetta Valery.Audiences were used to seeing oper as set in the historical past or with a classical or mythological theme,and were shocked to be watching a story set in their own time.It tells the story of her falling in love with a young suitor,Alfredo,who is discouraged from seeing herby his father until the latter learns that Violetta is dying of consumption.However,it is too late and Violetta dies in her returning lover's arms.The Prelude to Act I opens with a delicate theme on the high strings,portrayingVioletta's tragic frailty,which turns intoa restrained and dignified tune which refers to the false reality of her world whilst implying that we will witness the tragedy of a lady of real human depth.
Verdi : La Traviata - Prelude to Act 1


Opera:THE SICILIAN VESPERS
Composer:VERDI
Written in the French Grand Opera tradition(comprising five monumental acts and a ballet in the third),Verdi's 'Sicilian Vespers 'was commissioned for the Great Exhibition in Paris in 1855.As much as Verdi disliked the working conditions in Paris,he was very flattered to be asked to write music for so great an occasion in the artistic capital of the world,as it wasw then.The opera is concerned with the occupation of Sicily by French troopsduring the 13th century,and the efforts of the Sicilians to dislodge them.In the event,Verdi disliked the libretto because he thought it offensive to both the French(because of the massacre of the French at the end of the opera) and the Italians(because of the treacherous behaviour of the Sicilian patriots).He also fell out with his librettist,Scribe,and their arguments were even the subject of comment in the newspapers.The overture is one of Verdi's best,and is dominated by the long cello tune,taken from the duet in Act III between Arrigo(the hero)andMonforte(the villain).
G Verdi, Overture from opera ''The Sicilian vespers'', the Presidential Orchestra of the Republic of
Mario Ancona - Di provenza il mar- La Traviata - Verdi

*Stavros Anastasopoulos

Giuseppe Verdi - Nabucco - Overture
Verdi - Aida - Grand March

*Marita Kouroupi Santoro

Verdi La Forza del Destino Overture by Chailly, RSO Berlin (1983)

*Tanja Pavlovic

La Forza del Destino Overture - Dir. Francesco Molinari Pradelli



W




WAGNER


*Anna Papazoglou 

Wagner: Rienzi - Ouvertüre - Knappertsbusch (1962)


*Stratis Vagis
Fritz Reiner - Chicago Symphony Orchestra - Wagner: Overture to "Rienzi"
http://www.youtube.com/watch?v=gs8zXjxDAmE&feature=share


*Christina Liakou


Hindemith / Wagner - Overture to "The Flying Dutchman" (with a twist!)



*Costas Papageorgiou

Overture:RIDE OF THE VALKYRIES
 Composer:RICHARD WAGNER
Wagner - RIDE OF THE VALKYRIES - Furtwangler


Richard Wagner : The Mastersingers of Nuremberg - Overture http://www.youtube.com/watch?v=dOb2XsqYawk&feature=share

THE WORLD'S FAVOURITE OVERTURES No10
MAJESTY and GRANDEUR
OVERTURE to the MASTERSINGERS
Composer:RICHARD WAGNER
The subject of Richard Wagner's 'The Mastersingers of Nuremberg'(completed in 1867) is the contrast between the ideals and innovations og high art and the narrow-minded conservatism which so often gets in the way of those ideals.The background of the dramatic and evocative plot is historical Nuremberg in the mid-16th century,with its flourishing middle class,love of art and delight in song,and revealed in the poetic and musical life of the Mastersingers and of their foremost representative,the cobbler Hans Sachs who was a follower of Martin Luther.The love element in the opera is embodied in the mutual attraction of the young knight Walther for the young Eva,whom he eventually wins in the singing competition.
The Overture To'The Masresingers' is made up of contrastinf themes from the opera(Wagner devised the idea of using recurring themes,or leitmotifs,that depict characters,emotions or situations)-representing the Mastersingers,Eva,Walther,love,etc.-and culminates in an amazing passage when all the themes are played at the same time throughout the orchestra and are shown to fit perfectly together.
Wagner - Flying Dutchman - Overture


*Tanja Pavlovic

Wagner ~ Faus


*Maria Andreadou
 Herbert von Karajan - Lohengrin Ouverture

*Antreas Kapsalis
Fritz Busch dirigiert die Staatskapelle Dresden in der Semperoper




WEBER



*Costas Papageorgiou
Carl Maria von Weber : Der Freischutz - Overture

Opera:DER FREISCHTZ
Composer:CARL MARIA VON WEBER
'The huntsman'(Der Freischutz)was first prodused in Berlin in 1821,and made Weber(1786-1826) a celebrity overnight.When the opera came to London three years later,it played simultaneously at three separate theatres. The Berlin audiences were so delighted with this overture that they demanded an encore immediately.The powerful and dramatic music took its audience into the dark forests of northen Germany,as Weber's musical pen sketched the adventures of the opera's hero,Max,and of the Huntsman.
Carl Maria von Weber, Der Freischütz, Il franco cacciatore, Ouverture op.77
Overture:IL FRANCO CACCIATORE Composer:CARL VON WEBER
Invitation to the dance ( Carl Maria von Weber )
Overture:INVITATION TO THE DANCE Composer:CARL VON WEBER

*Mina Dakou

Carl Maria von Weber - Oberon - Overture

*Ignatios Ignatiadis
Carl Maria von Weber - Euryanthe - Overture



*Sergios Malakates
Weber Oberon
Wilhelm Furtwängler " Der Freischütz Overture" Weber Studio